Ελληνικό ορεινό τρέξιμο, η ιστορία (Α): Εν αρχή ην ο λόγος (1980-1985) Κύριο

Από 07 Φεβ 2013

Χαμένοι στις μέρες μας μέσα σε ένα κυκεώνα αγώνων ορεινού τρεξίματος, έχουμε πια την αίσθηση ότι το να γίνονται 60-70 αγώνες το χρόνο μπορεί και να είναι φυσιολογικό, παρότι δεν πέρασαν ούτε 5 χρόνια από την εποχή που οι αγώνες στα βουνά δεν ξεπερνούσαν τους πέντε και πριν από 10 χρόνια ήταν μόλις ένας! Πέρασαν πάνω από 26 χρόνια από τότε που κάποιοι «ιδιόρρυθμοι» ορειβάτες από τη Θεσσαλονίκη, αποφάσισαν να κάνουν μια ολότελα παράτολμη κίνηση, να διοργανώσουν τον πρώτο αγώνα ορεινού τρεξίματος στην Ελλάδα, τον περίφημο πια «Ορειβατικό Μαραθώνιο Όλυμπου». Πώς αλήθεια εξελίχθηκε όλη αυτή η υπόθεση που ονομάζεται ελληνικό ορεινό τρέξιμο? Πολλοί είναι εκείνοι που θα ήθελαν να μάθουν για τα γεγονότα που μας έφτασαν ως εδώ ενώ κάποιοι, πολύ λιγότεροι, τα έζησαν κιόλας! Έχοντας αρκετούς λόγους να πιστεύω ότι ανήκω σ αυτή την δεύτερη κατηγορία, και θεωρώντας ότι οι μαρτυρίες είναι πάντα χρήσιμες όταν προσπαθούμε να βρούμε την άκρη του νήματος, θα επιχειρήσω εδώ να καταθέσω μέσα από την προσωπική μου ματιά αυτά τα γεγονότα, συνεπώς οφείλω να προειδοποιήσω ότι δεν μπορεί και να είναι απόλυτα αντικειμενική. Ελπίζω ωστόσο ότι και η δική μου μαρτυρία θα βοηθήσει στην καταγραφή της μικρής ιστορίας του ελληνικού ορεινού τρεξίματος.

Θα ξεκινήσω έτσι αυθαίρετα από το 1980, ώστε να υπάρχει μια αρχή. Το ξεκίνημα λοιπόν της δεκαετίας του ‘70, σηματοδοτούσε για μένα το τέλος της εφηβείας μου άρα και της αθωότητας. Ήμουν 19 χρονών και ξεκινούσα ως νέος την περίοδο των σπουδών μου και παράλληλα αναζητούσα την τύχη μου στη ζωή, ψάχνοντας για δουλειά. Ο κόσμος άλλαζε –πάντα αλλάζει ο κόσμος-αλλά κάθε φορά αυτός που ζει μαζί με τις αλλαγές νομίζει ότι στα χρόνια του συντελείται και η κοσμογονία των αιώνων!

Τι γινόταν όμως στον κόσμο το 1980? Στη Μέση Ανατολή οι εκατέρωθεν σφαγές συνεχίζονταν για πολλοστή χρονιά χωρίς να μπορεί –όπως και σήμερα- να βρεθεί λύση, παρά τις προσπάθειες του ειρηνοποιού αμερικανού Προέδρου να βρει λύση, μέχρι που ο διάδοχός του, ο καουμπόι του Χόλυγουντ Ρόναλντ Ρίγκαν να ξαναγυρίσει τις παγκόσμιες ισορροπίες τρόμου μια-δυο δεκαετίες πίσω, βάζοντας τη ρωσική αρκούδα και πάλι στο στόχαστρο. Οι Ρώσοι πάλι, έκαναν εισβολή στο Αφγανιστάν για να εξασφαλίσουν τα γεωστρατηγικά τους συμφέροντα στην περιοχή, οδηγώντας στα άκρα την κατάσταση. Λίγο πιο δυτικά, οι ισλαμιστές του Αγιατολάχ Χομεϊνί στο Ιράν ξεσήκωναν τον υπόλοιπο αραβικό κόσμο, ενώ σε κάποιες χώρες της Αφρικής, οι ταπεινοί και καταφρονεμένοι γύρευαν ανεξαρτησία από τους αποικιοκράτες και στη Λατινική Αμερική, αριστερά στρατιωτικά κινήματα πολεμούσαν τους αχυράνθρωπους των ΗΠΑ. Η Ευρώπη έστρεφε το βλέμμα της στην Πολωνία, όπου τα συνδικάτα των ναυπηγείων με τον Λεχ Βαλέσα στο τιμόνι τους, είχαν αρχίσει –χωρίς να το ξέρουν- το ξήλωμα του κομμουνιστικού οικοδομήματος, που λίγα χρόνια αργότερα, με την «περεστρόϊκα» του Μιχαήλ Γκορμπατσώφ, θα αποκαλυπτόταν πόσο σάπια θεμέλια είχε. Στη Βρετανία μια «σιδηρά κυρία» που άκουγε στο όνομα Μάργκαρετ Θάτσερ, θα βύθιζε στην οικονομική ύφεση τη χώρα της. Την ίδια στιγμή που οι άνθρωποι πάνω στη γη συνέχιζαν τους καβγάδες τους, ο Voyager, ένα διαστημόπλοιο που ταξίδευε προς το άπειρο, έστελνε εικόνες από το Δία και τον Κρόνο, που για πρώτη φορά βλέπαμε όλοι με το δέος που γεννά η επαφή με το σύμπαν.  

 

Η ελληνική κοινωνία το 1980 είχε ήδη προσγειωθεί μετά την κοσμογονία των αλλαγών της μεταπολίτευσης και ζούσε τη ρουτίνα της, περιμένοντας την περίφημη «αλλαγή» του σοσιαλιστή Παπανδρέου με τη «ζιβάγκο» μπλούζα, ο οποίος θα διαδεχόταν πανηγυρικά τον πατριάρχη Καραμανλή ένα χρόνο αργότερα, γυρίζοντας σελίδα στην πολιτική ζωή. Η χώρα δεν είχε ενταχθεί ακόμα στην ευρωπαϊκή οικογένεια (ΕΟΚ), οι αλλαγές στην καθημερινή ζωή ωστόσο ήταν εμφανείς, με τα σημάδια της ευμάρειας και της αστικοποίησης να έρχονται βήμα-βήμα: ιδιόκτητο διαμέρισμα, αυτοκίνητο, διακοπές, έπιπλα, στερεοφωνικό, διασκέδαση. Η ασπρόμαυρη τηλεόραση έφερνε στα σπίτια ζωντανές εικόνες από όλο τον κόσμο τα βράδια στις ειδήσεις. Γελούσαμε με τον σαρκασμό του Χάρυ Κλιν για τον νεόπλουτο και άξεστο νεοέλληνα του ‘80, που ακροβατούσε ανάμεσα στο ριζωμένο χθες και το αιωρούμενο αύριο που χανόταν στην ομίχλη της εξέλιξης. Τα τραγούδια του Παπάζογλου του Γερμανού και του Κηλαηδόνη χαρακτήριζαν τους σοφιστικέ αστούς, όπως και οι στίχοι του νεορεαλιστή Ρασούλη, που έπιανε το σφυγμό και τη γλώσσα του καθημερινού Έλληνα. Η Ελλάδα αναστέναζε ακόμα στα γεμάτα γήπεδα τις Κυριακές, με τα τρανζιστοράκια στο αυτί και το βράδυ της Κυριακής όλοι κρέμονταν από τα χείλη του εμβληματικού Γιάννη Διακογιάννη, στη θρυλική «Αθλητική Κυριακή» του. Η οργάνωση-φάντασμα, η «17 Νοέμβρη», συνέχιζε να αποτελεί καταλυτικό παράγοντα της πολιτικής ζωής του τόπου, χτυπώντας όταν όλοι την είχαν ξεχάσει. Η επέτειος ωστόσο των γεγονότων του ’73 στο Πολυτεχνείο δεν υπήρχε ως θεσμός ακόμα -ήταν περίπου παράνομη- και η εξωκοινοβουλευτική αριστερά τελούσε υπό διωγμό ως παρακλάδι της τρομοκρατίας, άφηνε όμως τα ίχνη της …στον τοίχο με μπογιά! Κάποιος ομογενής μπασκετμπολίστας ονόματι Νίκος Γκάλης μάγευε τη μπάλα και το κοινό του μπάσκετ στη Θεσσαλονίκη αλλά ήταν ακόμα άγνωστος στο πλατύ κοινό. Τα γυμνάσια ήταν αρρένων και θηλέων, οι μαθητές έκαναν έξι μέρες τη βδομάδα μάθημα και επίσημη γλώσσα ήταν ακόμα η καθαρεύουσα. Οι φοιτητές ήταν κατά κύριο λόγο αριστερών φρονημάτων, φορούσαν στρατιωτικά τζάκετ, δεν είχαν αυτοκίνητα αλλά είχαν γενειάδα και άκουγαν Θεοδωράκη και ροκ ενώ οι φοιτήτριες φορούσαν μακριές φούστες και είχαν κι από ένα ταγάρι στον ώμο. Οι νέοι των λαϊκών στρωμάτων σύχναζαν στα μπιλιάρδα και τα ποδοσφαιράκια ενώ τα πρώτα ηλεκτρονικά παιχνίδια έκαναν την εμφάνισή τους πριν τη μεγάλη τους πλημμυρίδα. Στα ραδιόφωνα ακούγαμε πρώτο πρόγραμμα αλλά και ραδιοπειρατές, που μονίμως η Αστυνομία τους κυνηγούσε σαν παράνομους. Φαντάροι εξοδούχοι τριγύριζαν σε χακί μπουλούκια στις κωμοπόλεις του βορρά, ρίχνοντας κλεφτές ματιές στα κορίτσια των κλειστών ακόμα κοινωνιών, ενώ τα άγρια καψώνια στη μονάδα, απόηχος της φαιδρής επταετίας (1967-74) έκαναν τη ζωή τους μαρτύριο για δύο χρόνια. Οι συνοικιακοί και επαρχιακοί κινηματογράφοι ήταν αμέτρητοι και πρόβαλαν συνήθως δύο ταινίες, σεξ & καράτε, για τους ανήσυχους νέους των λαϊκών στρωμάτων. Στη ζωή μας θα αργούσαν ακόμα να εμφανιστούν λέξεις όπως κινητό τηλέφωνο, cd, υπολογιστής, ίντερνετ, ιδιωτική τηλεόραση, όμως το βίντεο θα ξεκινούσε την επόμενη μέρα, κλείνοντας τον κόσμο στα σπίτια του, συνήθως χωρίς ουσιαστικό αντίκρισμα. Τα πέτα στα πουκάμισα και τα μπατζάκια στα παντελόνια στένευαν πια, τα λουλουδιαστά λαχούρ υφάσματα εξαφανίστηκαν και τα απομεινάρια του χίπικου κινήματος ξεθώριαζαν καπνίζοντας τη μάταιη φυγή τους κάτω απ τον ήλιο του Αιγαίου, ξεχασμένα απ την ελαφρότητα της κούφιας ντίσκο κουλτούρας. Όμως οι ψαγμένοι ρόκερς, άκουγαν Pink Floyd, Led Zeppelin, Deep Purple, νεοκυματικούς όπως οι Talking Heads, ελληνικό ροκ που τότε ξαναγεννιόταν σαν έντεχνο και μάθαιναν για τις εξελίξεις της ξένης σκηνής από το θρυλικό «Ροκ Κλαμπ» του Γιάννη Πετρίδη. Το βινύλιο ήταν στις δόξες του.

 

Στο χώρο των βουνών δεν γινόταν κάτι το σπουδαίο, πέρα από τους τυπάδες που σκαρφάλωναν βράχο κι άνοιγαν νέες διαδρομές.  Το τραγικό γεγονός του ατυχήματος στον Όλυμπο, τα Χριστούγεννα του 1979 είχε επηρεάσει βαθειά τον κόσμο της ορειβασίας. Σπάνιες ήταν οι αποστολές σε βουνά του εξωτερικού κι όσοι τύχαινε να πάνε Άλπεις, άνοιγαν τους ορίζοντές τους. Οι δεσμοί συντροφικότητας των ορειβατών αναπτύσσονταν μέσα από τους ορειβατικούς συλλόγους και τις μαζικές πεζοπορικές εξορμήσεις που πραγματοποιούσαν. Ελάχιστα ήταν τα έντυπα που ασχολούνταν με τα υπαίθρια σπορ, όπως το «Ταξιδεύοντας» που φιλοξενούσε σποραδικά άρθρα για την εκδρομική ορειβασία αλλά και κάποια έντυπα ορειβατικών συλλόγων, που έκαναν προσπάθειες να δώσουν νέα από τη διεθνή σκηνή. Τα βιβλιοπωλεία δεν είχαν στα ράφια τους βιβλία σχετικά με την εξερεύνηση και τα σπορ στη φύση. Η μόνη πηγή πληροφόρησης για τα τεκταινόμενα στα βουνά του κόσμου ήταν μόνο ξένα περιοδικά, που ελάχιστοι τυχεροί μπορούσαν να βρουν κάπου –συνήθως κάποιος έφερνε ένα και το μοιραζόταν με διάφορους στη συνέχεια.

 

Τα μεγάλα νέα έρχονταν φυσικά από τα Ιμαλάια, το μεγάλο χωνευτήρι των νέων τάσεων στην ορειβασία, τα οποία όμως δεν έφταναν ποτέ στην Ελλάδα. Ο Reinhold Messner ήταν το μεγάλο όνομα της παγκόσμιας σκηνής και τον είχαν μάθει ακόμα και οι Έλληνες! Τα κατορθώματά του με τις αναβάσεις αλπικού στυλ στις κορυφές των 8000 μέτρων χωρίς οξυγόνο, άφηναν αποσβολωμένη την παγκόσμια κοινότητα. Η πολωνική σχολή από κοντά, έγραφε κι αυτή τη δική της ιστορία, χωρίς προβολείς δημοσιότητας όμως αφού δεν υπήρχαν χρήματα στη κομμουνιστική φτωχή Πολωνία. Κι άλλες σχολές όμως έδιναν το παρών στα Ιμαλάια, όπως οι Βρετανοί, οι Γάλλοι, οι Τσέχοι, οι Ελβετοί και οι Αμερικανοί. Οι ορειβάτες μετά την κατάκτηση των 14 κορυφών των 8000 μέτρων στη δεκαετία του ‘60, άρχισαν να σκαρφαλώνουν σε χαμηλότερες αλλά πολλές φορές πολύ πιο τεχνικές και δύσκολες, όπως επίσης να ανεβαίνουν ξανά στις «οχτάρες» αλλά με πιο δύσκολους τρόπους ή και χειμώνα!  

 

Όλοι αυτοί και πολλοί ακόμα, είχαν ένα κοινό χαρακτηριστικό: το αλπικό στυλ. Δηλαδή την αυτονομία, τις μινιμαλιστικές αποστολές και φυσικά την ανάλογη ταχύτητα στις αναβάσεις τους. Οι ορειβάτες είχαν πια και καλή φυσική κατάσταση και το έδειχναν στην πράξη, καταρρίπτοντας μύθους του παρελθόντος και κυρίως εκείνον της νόσου του υψομέτρου. Εκείνη την εποχή η ελληνική τηλεόραση θα μετέδιδε μια σειρά ντοκιμαντέρ για τις νέες τάσεις στην ορειβασία και την ιστορία των κατακτήσεων κορυφών στα Ιμαλάια. Σπουδαίοι νέοι ορειβάτες της εποχής εξομολογήθηκαν μπροστά στο φακό για το όραμά τους, για τη φιλοσοφία του αλπινισμού και τότε συνειδητοποίησα για πρώτη φορά ότι κάποιοι ανέβαιναν στις κορυφές με αέρα ελευθερίας, μοναχικότητα και ταχύτητα, κρύβοντας όμως και μια βαθειά πνευματικότητα σε αυτό που έκαναν! Αυτά όλα ήταν τουλάχιστον προκλητικά, ωστόσο δεν μπορούσα ακόμα να συνδέσω –ορθώς- την ορειβασία με το τρέξιμο με αυτά τα ερεθίσματα και φυσικά δεν υπήρχε στη σκέψη μου αυτό το πράγμα.

 

Το ορεινό τρέξιμο ήταν σχεδόν άγνωστο είδος στη διεθνή σκηνή και απόλυτα άγνωστος όρος στην Ελλάδα. Ξέρω καλά ότι οι τότε Έλληνες ορειβάτες ήταν έτοιμοι να αφορίσουν όποιον θα τους μιλούσε για τρέξιμο στο βουνό, το έζησα εξάλλου λίγα χρόνια μετά το 1980. Ελάχιστοι αγώνες υπήρχαν στις ΗΠΑ, όπως μάθαμε πολλά χρόνια αργότερα: Pikes Peak Marathon και Western States (στα πρώτα του βήματα). Στη Βρετανία, το fell running αποτελούσε ήδη παράδοση και πολλοί έτρεχαν στα highlands της Σκωτίας και στη Snowdonia. Αυτό δεν σημαίνει βέβαια ότι γνωρίζαμε τα συγκεκριμένα γεγονότα στην Ελλάδα της μπάλας! Εξάλλου, ακόμα και στις χώρες τους, όλοι αυτοί θεωρούνταν κάτι σαν εκκεντρικοί, περιθωριακοί τύποι με στρεβλή άποψη για τον αθλητισμό, που έψαχναν τρόπους για να κραυγάσουν την ιδιορρυθμία τους!   

 

Εκείνο τον καιρό ρουφούσα ξανά και ξανά τις ιστορίες από τα παλιά, όπως τις είχα διαβάσει σ ένα βιβλίο-αφιέρωμα του 1977 για τα 25 χρόνια του ΣΕΟ Θεσσαλονίκης. Στις σελίδες του ανακάλυψα τον Χρήστο Κάκκαλο, το Γιώσο Αποστολίδη, το Γιώργο Μιχαηλίδη κι άλλους, που η παρουσία τους στα ελληνικά βουνά αποτέλεσε την αφορμή για έμπνευση. Παλιές, ασπρόμαυρες φωτογραφίες στόλιζαν το έτσι κι αλλιώς ασπρόμαυρο βιβλίο, που η αξία του για μένα ξεπερνά ακόμα και σήμερα πολλά παρόμοια και σύγχρονα, με φανταχτερό διάκοσμο.

 

Ήταν κι ελάχιστα ακόμα έντυπα που μπορούσαν να θεωρηθούν ως πρόδρομοι των εκδόσεων που ασχολούνται με την περιπέτεια. Αναφέρομαι στα υποτυπώδη έντυπα των ορειβατικών συλλόγων, πολλά από τα οποία είχα σπάνια την ευκαιρία να ξεφυλλίζω σε βιβλιοθήκες ορειβατικών συλλόγων, που μονίμως τα είχαν κλειδωμένα σε προθήκες. Το περιοδικό «Ταξιδεύοντας», συχνά φιλοξενούσε όμορφες περιγραφές του Γιώργου Σφήκα, από τις εξορμήσεις του στα ελληνικά βουνά, διανθισμένες με σπάνιες έγχρωμες εικόνες. Το βιβλίο του Νίκου Νέζη «Τα ελληνικά βουνά», κυκλοφόρησε λίγο πριν το γύρισμα της δεκαετίας και με είχε απορροφήσει για καιρό, καθώς παρουσίαζε διαδρομές για αναβάσεις σε όλα τα βουνά της χώρας, μικρά και μεγάλα. Πέρασα πολλά βράδια ξεφυλλίζοντάς το και κάνοντας όνειρα για αναβάσεις σε βουνά, που ούτε από φωτογραφία δεν τα γνώριζα.

Λόγος βέβαια δεν γινόταν για εξορμήσεις με ορειβατικούς συλλόγους, καθώς η πρώτη μου εμπειρία λίγα χρόνια νωρίτερα ήταν μάλλον τραυματική κι έτσι αποφάσισα ότι δεν έχω κανένα λόγο να συναναστρέφομαι με αυτό το σινάφι. Δυστυχώς μου έδωσε την εντύπωση ανθρώπων εγκλωβισμένων σε ιδεοληψίες πρόωρα γερασμένων, που μάλλον θεωρούσαν φέουδό τους το βουνό, έχοντας υιοθετήσει στρατιωτικές αξίες και ιεραρχίες. Έτσι διάλεξα την «κατά μόνας» γνωριμία των βουνών, γεγονός που μάλλον καλό μου έκανε στη συνέχεια, αφού αυτή η μοναχική πορεία με γαλούχησε σε αρχές ανεξαρτησίας και δημιούργησε μέσα μου το υπόβαθρο για τον αιρετισμό στις «πολιτικά ορθές» απόψεις της ορειβασίας, όπως εκφραζόταν από τους μικροπαράγοντες του κατεστημένου των συλλόγων. Δυστυχώς ήταν πολύ στρεβλή αυτή η εικόνα, ωστόσο με απώθησε στην αντίπερα όχθη, για να αναζητήσω εκεί πιο καθαρές αξίες.

Τον Απρίλιο του 1980 έκανα την πρώτη μου μακρινή εξόρμηση, κάπου στα δυτικά του Βόρρα, στο άσημο αλλά θηριώδες Πίνοβο, έναν άσπρο  γίγαντα που τρυπούσε τα σύννεφα τη μέρα που τον είδα για πρώτη φορά. Μια ανοιξιάτικη χιονοθύελλα μας είχε καθηλώσει τότε για δύο μέρες σε μια ξύλινη καλύβα στο πουθενά. Στις ατέλειωτες ώρες της σιωπής περνούσαν χιλιάδες σκέψεις απ το μυαλό μου: περιπέτειες, επιβίωση, υπερβάσεις, θρίαμβοι και τραγωδίες. Όλα αυτά που είχα προλάβει να διαβάσω τα προηγούμενα χρόνια στα βιβλία, τα φαντάστηκα να μπορούσαν να μετουσιωθούν σε δικά μου βιώματα. Δεν ήμουν ακόμα ούτε 19 χρονών.

 

Ίσως χάρη στην καλή μου φυσική κατάσταση και ίσως γιατί μου άρεσε το τρέξιμο αντοχής –θεωρούσα έτσι αυθαίρετα ότι είμαι καλός στις μεγάλες αποστάσεις- όταν πεζοπορούσα στις πλαγιές των βουνών, μου άρεσε να επιταχύνω και με ικανοποιούσε το γεγονός ότι μπορούσα να μεταφέρω κάποιες φορές το τρέξιμο στο βουνό! Ήταν μια παλαβή ιδέα που με συνέπαιρνε. Με συνάρπαζε εκείνος ο αγώνας του να πάρω οξυγόνο την ώρα που η καρδιά μου πήγαινε να σπάσει, καθώς κινούμουν οριακά γρήγορα και πέρα απ τα όρια, φτάνοντας σταδιακά στην εξουθένωση. Οι αναβάσεις γίνονταν πάντα με φορτίο στην πλάτη, και συνήθως οι πορείες ήταν εκτός μονοπατιών, αφού ο σχεδιασμός δεν λάβαινε υπόψη πιθανά μονοπάτια, που σπάνια υπήρχαν κάπου εκεί κοντά. Το τρέξιμο, αποτελούσε μέρος της κατάβασης συνήθως, αφού αυτή πρόσφερε την ευκαιρία για μια ευχάριστη απόδραση από τις συμπληγάδες της ανηφόρας. Αποτελούσε όμως μια συναρπαστική εμπειρία, το ίδιο ενδιαφέρουσα με την εξόντωση των αναβάσεων.

Εκείνο τον καιρό (αρχές του ’80), οι μόνοι αγώνες δρόμου που μου ήταν γνωστοί, ήταν οι μαραθώνιοι των μεγάλων διοργανώσεων, που έτσι κι αλλιώς δεν μπορούσαν να με αφορούν παρά μόνο ως θεατή. Ίνδαλμά μου ο Φιλανδός Λάσε Βίρεν που είχα την τύχη να θαυμάσω μερικά χρόνια νωρίτερα στους Ολυμπιακούς Αγώνες του 1976, με το μαλλί να ανεμίζει καθώς έστριβε στο βιράζ του στίβου στα 5.000 και 10.000 μέτρα.

 

Το 1983 έγινε για πρώτη φορά το Σπάρταθλον. Αν και πέρασε καιρός μέχρι να το πληροφορηθώ, για κάποιο άγνωστο τότε λόγο με εντυπωσίασε βαθιά η είδηση ότι κάποιοι έτρεξαν ασταμάτητα από την Αθήνα μέχρι τη Σπάρτη. Κι ανάμεσά τους κάποιος μ ένα περίεργο αρχαίο όνομα «Κούρος»! Εγώ στο μεταξύ συνέχισα να σχεδιάζω εξορμήσεις με την παρέα μου στα βουνά, γνωρίζοντας νέα μέρη. Στην Ελλάδα πια μεσουρανούσε ο Ανδρέας Παπανδρέου, είχαμε μπει στην ΕΟΚ και είχα κι εγώ πια μια δουλειά για να βγάζω τα προς το ζειν. Στα χέρια μου έφτανε κάθε μήνα το National Geographic, όπου μπορούσα να βρω σποραδικά κάποια άρθρα αφιερωμένα στην περιπέτεια. Εκτός από το Σπάρταθλον, το 1983 έγινε και ο πρώτος λαϊκός μαραθώνιος αγώνας στην Αθήνα, αφιερωμένος στον Γρηγόρη Λαμπράκη. Άκουσα γι αυτόν αλλά ούτε έτοιμος ήμουν, ούτε και ήξερα πώς θα μπορούσα να πάρω μέρος.

Την άνοιξη του 1983, ένα τυχαίο γεγονός θα αποτελούσε για μένα καταλύτη των παραπέρα εξελίξεων. Σε μια εξόρμηση με την Ορειβατική Λέσχη Θεσσαλονίκης, γνωρίστηκα με κάποιον ιδιαίτερο άνθρωπο, που θα ασκούσε πάνω μου μεγάλη επιρροή, χάρη στις αρχές που εκπροσωπούσε, αρχές που αποτελούσαν το «ιερό δισκοπότηρο» των αναζητήσεών μου στα βουνά. Ο Δημήτρης Μυστακίδης, ήταν ένας αιρετικός των βουνών, ένας περίπου αποδιοπομπαίος τράγος, τον οποίο όμως κανένας δεν μπορούσε να αμφισβητήσει στην τότε ορειβατική κοινότητα της Θεσσαλονίκης, αφού κανένας ορειβάτης δεν είχε τη δική του φυσική κατάσταση.

 

Η περίπτωση του Δημήτρη δεν θύμιζε κανέναν και τίποτα μέχρι τότε στα βουνά. Ένας άνθρωπος έβγαινε ντυμένος σαν δρομέας στο βουνό, με αθλητικά παπούτσια (!) σορτσάκι και μπλούζα-τιράντα, φορτωμένος μ ένα σακίδιο πολύ μικρότερο από κείνα που συνήθιζαν να κουβαλούν οι ορειβάτες, κι εκείνο που έκανε ήταν να τρέχει προς την κορυφή! Γυμναστής ο ίδιος, είχε στο πετσί του τον κλασσικό αθλητισμό αλλά και το πάθος της ταχύτητας και του χρονόμετρου. Ένας αθλητής των βουνών, με θηριώδες μυϊκό σύστημα και (συνειδητή) άγνοια κινδύνου, αποτολμούσε στα βουνά τα πάντα. Κύριος στόχος του οι διασχίσεις μεγάλων ορεινών όγκων, σε χρόνους που δεν φαντάζονταν κανείς εκείνη την εποχή. Ήταν ο άνθρωπος που τα έβαλε με τα χρονόμετρα, καταγράφοντας πάντα τις επιδόσεις του στο βουνό σε ώρες και λεπτά. Η παραβατική συμπεριφορά του στο βουνό κι ο ηγετικός του χαρακτήρας, έδειχναν να παρασέρνουν μερικούς ακόμα στα παράτολμα σχέδιά του.

 

Τότε λοιπόν, την άνοιξη του 1983, βρέθηκα τυχαία μαζί του και από τότε άλλαξαν όλα για μένα. Ήταν μια αποκάλυψη! Έτσι, άρχισα να τρέχω προσπαθώντας ν ακολουθήσω αυτόν τον ιδιόρρυθμο τύπο, που είχε κάνει μια λίστα με βουνά και τα έσβηνε ένα-ένα. Έτσι ήρθε για μένα το ξεκίνημα για αυτό που αποτελεί το speed climbing στην πιο «πεζοπορική» του εκδοχή ή αλλιώς τον πρόγονο του mountain running, του τρεξίματος στα βουνά δηλαδή, αλλά όχι απαραίτητα στα μονοπάτια (trail).

 

Στο μεταξύ, την ίδια εποχή (1983) οι Βρετανοί αδελφοί Crane θα διέσχιζαν τα μονοπάτια των Ιμαλαΐων, σε ένα πρωτοπόρο εγχείρημα, έχοντας για 2000 χιλιόμετρα, ένα ζευγάρι αθλητικά παπούτσια κι ένα σακίδιο στην πλάτη. Τι να είχε παρακινήσει άραγε τα δύο τολμηρά αδέρφια? (περιττό να πω βέβαια ότι την ιστορία των Cranes την πληροφορήθηκα μόλις το 2000, ξεφυλλίζοντας το βιβλίο τους στο περίφημο βιβλιοπωλείο Pilgrims του Κάτμαντου).

Συνέχισα άλλα τρία χρόνια, σαρώνοντας τα ελληνικά βουνά παρέα με τον Μυστακίδη αλλά και παράλληλα οργανώνοντας άλλες διασχίσεις περιπέτειας, με άγνωστες διαδρομές και αβέβαιη προοπτική. Ήταν αυτά που με συγκινούσαν, ήταν αυτά που ήθελα να κάνω. Δεν υπήρχαν νεότερα στο χώρο μας από εξελίξεις που να έρχονται απ το εξωτερικό, παρά μόνο η αλλαγή στο θέμα του εξοπλισμού. Δειλά-δειλά, κάποιοι άρχισαν να φέρνουν απ το εξωτερικό μερικά προϊόντα για ορειβάτες. Τότε διαπίστωσα την έννοια lightweight, βλέποντας δυο-τρία υλικά που ήταν αισθητά ελαφρύτερα απ τις χοντροκοπιές που γνώριζα. Έτσι, κατάφερα να αποκτήσω και το πρώτο ζευγάρι trekking παπουτσιών, με τα οποία οραματιζόμουν ακόμα πιο γρήγορες διασχίσεις στα ελληνικά βουνά. 

 

Το φθινόπωρο του 1983 περπάτησα για πρώτη φορά στα βουνά της Ροδόπης και έμεινα εντυπωσιασμένος, γιατί ήταν μια αχανής ακατοίκητη έκταση μέσα στο δάσος. Την επόμενη χρονιά (1984) έχοντας χάρτες στα χέρια μου, οργάνωσα μια πολυήμερη εξόρμηση με άλλους τρεις φίλους και είχα την ευκαιρία να ζήσω μια σπουδαία περιπέτεια σαν κινηματογραφική ιστορία. 

 

Μέχρι το 1985 είχα γυρίσει πια έναν μεγάλο αριθμό διαδρομών σε ελληνικά βουνά, έχοντας απολαύσει τρομερές αναβάσεις με πάνω από 200 σφυγμούς το λεπτό, όπως και απίστευτες ταχύτατες καταβάσεις, με επιδόσεις τελικά που έκαναν αυτούς που τις άκουγαν να νιώθουν αμήχανα. Ήμασταν μια δυνατή ομάδα με κοινό όραμα, το τρέξιμο στο βουνό και τις γρήγορες χρονομετρημένες αναβάσεις στις κορυφές! Είχα κατασταλάξει τι ήταν αυτό που γύρευα στα βουνά: ταχύτητα και εξερεύνηση. Δεν είχα μπορέσει όμως να κάνω ένα βήμα πιο πέρα σ αυτό που μου άρεσε τόσο πολύ. Στο πώς δηλαδή θα μπορούσα να οργανώσω κάτι πιο συστηματικό ως γεγονός, κάτι που να μοιάζει με αγώνα. Έμενα στις άτυπες «μάχες» ανάμεσα στους φίλους, όταν μετράγαμε ποιος θα φτάσει πρώτος και ποιος δεύτερος στην κορυφή. Δεν είχα όμως εμπειρία από αγώνες ή κάποια πληροφόρηση για αυτά τα ελάχιστα που συνέβαιναν κάπου στο εξωτερικό. Ίσως αν ήξερα να ήταν αλλιώς…  

Την άνοιξη του 1986 η παγκόσμια κοινή γνώμη πάγωσε στην είδηση της διαρροής ραδιενέργειας μετά από έκρηξη στον πυρηνικό αντιδραστήρα στο Τσέρνομπιλ της Ουκρανίας. Αυτός ο αόρατος όλεθρος είχε μουδιάσει όλη την Ευρώπη και μαζί και την Ελλάδα. Τρέχαμε στα αγαπημένα μας βουνά εκείνο το Μάιο και προσπαθούσαμε να υποψιαστούμε πού μπορεί να κρύβεται αυτός ο θάνατος που δεν φαινόταν! Ήταν πια ξεκάθαρο ότι είχαμε μπει σε μια νέα εποχή, εποχή φόβου...

Κι ενώ όλα έμοιαζαν να έχουν καταστραφεί, εκείνες τις μέρες έφτασε το νέο σαν κεραυνός: Ο ΕΟΣ Θεσσαλονίκης, θα διοργάνωνε στις 6 Ιουλίου 1986 έναν αγώνα «δρόμου» στον Όλυμπο, που τον ονόμασε «Ορειβατικό Μαραθώνιο Ολύμπου». Ρώτησα αμέσως κι έμαθα λεπτομέρειες. Ναι ήταν αυτό που ψάχναμε, το όνειρό μας θα γινόταν πραγματικότητα. Άραγε θα το μάθαιναν κι άλλοι όπως εμείς. Άραγε πόσοι και ποιοι θα αποφάσιζαν να μπουν σ αυτόν τον περίεργο αγώνα? Στις 6 Ιουλίου του 1986, ένας τοίχος θα έπεφτε…


ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ...


 

Λάζαρος Ρήγος

Γεννήθηκε στην Τήνο το 1961 και ζει στο Λιτόχωρο του Ολύμπου από το 2008. Ίδρυσε το Adventure Zone το 2001, μετά από σκέψεις για δημιουργία ενός ελληνικού portal για τα σπορ περιπέτειας. Δημιούργησε αγώνες ορεινού τρεξίματος, όπως Olympus Marathon (2004), Virgin Forest Trail (2007), Χειμωνιάτικος Ενιπέας (2006), Rodopi Ultra Trail (2009), Olympus Mythical Trail (2012). Στο ενεργητικό του αρκετές συμμετοχές σε αγώνες, όπως και μικρές αποστολές ultra διασχίσεων στην Ελλάδα και το εξωτερικό

www.advendure.com

ΕΠΟΜΕΝΟΙ ΑΓΩΝΕΣ

Latest Tweets

Britain's Most Brutal Race @TheSpineRace Winner is mr John Kelly @RndmForestRunnr ! Huge respect to all runners and… https://t.co/o1OYltCYr2
Οι Έλληνες επιστρέφουν στην Cameta Coixa και την Καταλονία: https://t.co/2m0wehNxgM https://t.co/OGdvP16KNl
Μια συζήτηση με το Θωμά Πουρλίδα, εμπνευστή του Wonder Run, λίγες ημέρες πριν τη συμμετοχή του στο @VibramHK100 στο… https://t.co/qXJjy5t5jx
Follow Advendure on Twitter

Post Gallery

Legendary Ultra Trail: Οι κανονισμοί του ultra πρωταθλήματος για το 2020

Montane® Spine® Race: O χειμερινός αγώνας θρύλος στα Βρετανικά fells είχε νικητή τον John Kelly

Από το νέο έτος!

Χιόνι, λάσπη και παιχνίδι στο Salomon Mountain Cup στο Κρυονέρι - Αποτελέσματα!

Μπότες Χειμερινής Ορειβασίας SCARPA – SALEWA

Οι Έλληνες επιστρέφουν στην Cameta Coixa και την Καταλονία!

Τρομερό ρεκόρ αιτήσεων για το UTMB® 2020, 117 οι ελληνικές αιτήσεις!

Μια συζήτηση με το Θωμά Πουρλίδα, εμπνευστή του Wonder Run!

Μία συζήτηση εφ’ όλης της ύλης με τον Χρήστο Σωτηρόπουλο!

Κωπηλατώντας προς το αδύνατο!

DYNAFIT Transalpine Run, Νέα εποχή για τον κορυφαίο multistage αγώνα !

Ρογκάς – Το υπερόπλο της Σοβιετικής Ένωσης!